Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Cicerone Poghirc - Λατινοφωνία Ελλήνων


Ο Ρουμάνος καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου και του Πανεπιστημίου Bochum της Γερμανίας Cicerone Poghirc δραστηριοποιείται πολυσχιδέστατα για την επίλυση επιμάχων επιστημονικών ζητημάτων του ελληνικού κόσμου.

Πρωτίστως με τη διδακτορική διατριβή του, εκπονημένη και εγκεκριμένη στο Πανεπιστήμιο Λένινγκραντ - Αγίας Πετρούπολης, αποδεικνύει την ελληνικότητα της αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου, συνακόλουθα δέ και των χρηστών της αρχαίων Μακεδόνων. Μάλιστα επηρεάζει και τον Βούλγαρο ακαδημαϊκό Vl. Georgiev *.

Δεύτερον με συνοπτική μελέτη επαληθεύει την ελληνικότητα του υποστρώματος, γλωσσικού και εθνολογικού, του συνόλου της ελληνικής χερσονήσου.

Τρίτον διερευνά τον ελληνικό χώρο ως προς την έναρξη και έκταση της διαδόσεως της λατινικής γλώσσας, για την οποία φρονεί ότι συντρέχουν όλοι οι παράγοντες στη ρωμαϊκή επαρχία Μακεδονία, απαρτισμένη από την κυρίως Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρο... Την δέ τελευταία, κατ' εξοχήν τη Βόρειο Ήπειρο, ορίζει απαρχή της λατινοφωνίας Ελλήνων. Με σαφήνεια την αποδίδει στην αναγκαστική ρωμαιο-ελληνική στρατιωτική σύμπραξη προς αναχαίτιση ιλλυρικών επιδρομών, βλαπτικών τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους Ρωμαίους. Ως άμεση επίπτωση σημειώνει την εξοικείωση των Ελλήνων με στοιχειώδη λατινική πολεμική ορολογία. Την χρονολογεί το 229 π.χ, ενώ ο ακαδημαϊκός Αγαπητός Τσοπανάκης μια δεκαετία προγενέστερα, το 239 π.χ. Κατά δυο δέ αιώνες ενωρίτερα σε σύγκριση με την πληροφορία του Γάλλου Helly για την εκλατίνηση στη Θεσσαλία. 
Εφεξής η λατινοφωνία Ηπειρωτών οπωσδήποτε επισπεύδεται και επαυξάνεται, επειδή επ' αμοιβή υπηρετούν στα Ρωμαϊκά Βοηθητικά Σώματα, συνηθέστερα ως μεταφορείς, αγωγιάτες, προ της κυριαρχίας των Ρωμαίων στην Ελληνική Ανατολή. Αυτοί είναι οι πρώτοι των ελληνικών χωρών Βλάχοι, εφ' όσον το όνομα σημαίνει λατινόφωνο. Στη δέ γραμματεία αποκαλούνται και Κουτσόβλαχοι, Τσιντσάροι, Αρωμούνοι..., αλλά αυτοαποκαλούνται κατά κανόνα Αρμάνοι [<Α + Ρ(ω)μάνοι]. Παράγωγο του τελευταίου είναι η Αρμανία, που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες των μεσαιωνικών-βυζαντινών χρόνων, για να ονομάσουν την χώρα τους.

Τέταρτον βασιζόμενος στα λατινογενή -και όχι μόνον- τοπωνύμια της Θεσσαλίας, προ πάντων της Περραιβίας, ο καθηγητής Cicerone Poghirc βεβαιώνει ότι αυτά αρκούν ως απόδειξη αδιατάρακτης και αδιάλειπτης ανά τους αιώνες υπάρξεως των Αρμάνων στις τωρινές θέσεις τους από την Αρχαιότητα έως σήμερα.

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Η διασπορά των Βλάχων (Αρμάνων) στη Νότια Βουλγαρία


Γραμμουστιάνες από τη Κούρτοβα-Μπακίτσα,
Ροδόπης (Ανατολικής Ρωμυλίας) Πηγή: Εδώ
Παραθέτουμε πληροφορίες που προέρχονται από βουλγαρικές ιστοσελίδες αναφορικά με τους Βλάχους (Αρμάνους) που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή της Ροδόπης (Ανατολική Ρωμυλία) και στο τμήμα της γεωγραφικής Μακεδονίας που ανήκουν σήμερα στη Βουλγαρία.

Το πρώτο απόσπασμα παρέχει πληροφορίες από την πρώτη επίσημη απογραφή του 1880, μετά την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στη Βουλγαρία, για την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της πόλης Πέστερα / Peshtera. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα εξής:

1. ''През 1880 г., при първото официално преброяване след Освобождението, във влизащото в автономната област Източна Румелия градче, има 758 къщи и 3871 жители, от които 2618 българи, 856 турци, 341 гърци (повечето арумъни), 53 цигани и един каракачанин. 4 години по-късно населението на Пещера е 4704 души, а къщите – 876.'' [Πηγή: Εδώ]
Μετάφραση: '' Το 1880, στη πρώτη επίσημη απογραφή μετά την απελευθέρωση, που περιλαμβάνει την αυτόνομη περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας, η πόλη (Πέστερα) έχει 758 σπίτια και 3871 κατοίκους εκ των οποίων 2618 Βούλγαροι, 856 Τούρκοι, 341 Έλληνες (οι περισσότεροι Αρμούνοι), 53 Τσιγγάνοι και 1 Σαρακατσάνος. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο πληθυσμός της Πέστερα ήταν 4704 άτομα και 876 σπίτια. ''

Είναι σημαντικές δυο παρατηρήσεις: στην απογραφή του 1880, όπως φαίνεται από τα παραπάνω στοιχεία
α) Αναφέρεται στην ελληνική κοινότητα της Πέστερας, η οποία ως γνωστόν αποτελούνταν κυρίως από βλαχόφωνους Έλληνες.
Ο αρθρογράφος όμως διευκρινίζει (σσ όπως φαίνεται μέσα σε παρένθεση) ότι πρόκειται για Βλάχους (Αρμάνους) και έτσι διαφαίνεται η πρόθεση του να τους διαχωρίσει από τους Έλληνες. Αναμφίβολα, η πρόθεση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής του ''διαίρει και βασίλευε'' που στόχευε στον προσεταιρισμό των βλαχόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας και στην εξασθένηση του ελληνικού στοιχείου. Όλη η ιστορική ''φιλολογία'' περί της καταγωγής των Βλάχων αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση αυτού του στόχου και έχει βαθύτερες ρίζες στις επεκτατικές βλέψεις κάποιων Μεγάλων Δυνάμεων για τις συγκεκριμένες περιοχές. 
β) Οι Σαρακατσάνοι, σ αυτή την απογραφή, παρουσιάζονται σε ξεχωριστή κατηγορία από τους Έλληνες.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Βλάχικης καταγωγής η Μητέρα Τερέζα; Ασφαλώς όχι!


Η περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας σήμερα βρίσκεται εντός των ορίων τριών κρατών - κυρίως στην Ελλάδα (το 70 έως και 75%), την FYROM (15 έως 17%) κι ένα ελάχιστο τμήμα στη Βουλγαρία (γύρω στο 7%)[1]. Για το λόγο αυτό, η χρήση του γεωγραφικού όρου Μακεδονία, ως επίσημο όνομα για το νεοσύστατο πολυεθνικό κρατίδιο των Σκοπίων, επιβαρύνεται, ιδιαίτερα στην χώρα μας, με πολιτική ευαισθησία όπου ο όρος ''μακεδονικός'' χρησιμοποιείται για να δείξει τη σύνδεση με τη γεωγραφική περιοχή αλλά όχι με την εθνική ταυτότητα και, επιπλέον, περικλείει ιστορικό και πολιτιστικό περιεχόμενο.
Η πολιτική των Σκοπίων προκαλεί σοβαρές ανησυχίες σε όλες τις γειτονικές χώρες και βάζει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της περιοχής. Περιλαμβάνει την θεσπισμένη τοπική βουλγαρική διάλεκτο (εμπλουτισμένη με σερβικά στοιχεία) ως ''Μακεδονική'' γλώσσα, καθώς και την κατασκευή ιστορικού υποβάθρου για τη νέα ''Μακεδονική'' ταυτότητα εις βάρος της ιστορίας των γειτονικών χωρώνΟι νοτιοσλάβοι γείτονες μας επιδιώκουν να αποδείξουν με νέα στοιχεία, όπως ισχυρίζονται, ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες ούτε οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου είχαν καμία σχέση με την αρχαία Ελλάδα. Διαστρεβλώνουν, ως γνωστόν, συστηματικά την ελληνική ιστορία αλλά προσπαθούν να οικειοποιηθούν και ορισμένες βουλγαρικές προσωπικότητες.

Στα πλαίσια της πλαστογράφησης και οικειοποίησης της εθνικής και ιστορικής κληρονομιάς της Ελλάδος εντάσσεται και η προσπάθεια που καταβάλλεται εκ μέρους τους να εμφανιστούν ως κηδεμόνες των Βλαχόφωνων Ελλήνων (Αρμάνων) και της διασποράς τους στη Βαλκανική, οι οποίοι, στην πλειοψηφία τους, ανέκαθεν αναγνώριζαν ως μητροπολιτικό τους κέντρο την Ελλάδα. Έτσι, πριν μερικά χρόνια, οι Σλάβοι των Σκοπίων δεν δίστασαν να υποστηρίξουν ότι ο πατέρας της Μητέρας Τερέζας (Mother Teresa of Calcutta), της γνωστής Αλβανής καθολικής μοναχής Anjesë Gonxhe Bojaxhiu (Ανιέζ Γκόντζε Μπογιατζίου) που γεννήθηκε στα Σκόπια της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήταν.... Βλάχος -επομένως ''εθνικά Μακεδόνας'' κατ' αυτούς- με καταγωγή από τη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου (σημ. νότια Αλβανία), μια ελληνική βλαχόφωνη πόλη που κατατάσσεται στις σπουδαιότερες πνευματικές εστίες όχι μόνο του ηπειρωτικού αλλά ολόκληρου του υπόδουλου ελληνισμού.[2],[3
Μάλιστα,  στη παράνοια των Σκοπιανών ήρθε να προστεθεί κι ένα άρθρο της εφημερίδας New York Times που, κατά κάποιον τρόπο, έδειχνε να νομιμοποιεί την αμφιβολία σχετικά με την καταγωγή της Μητέρας Τερέζας.[4] Ο δημοσιογράφος Ian Fisher έγραψε ότι ''η Μητέρα Τερέζα ήταν Ρωμαιοκαθολική, ενώ οι περισσότεροι Αλβανοί είναι μουσουλμάνοι, κι αυτό έχει ανοίξει μια ρωγμή για εικασίες σχετικά με τις πραγματικές εθνικές ρίζες της''. 

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Μοιρολόι Ηπειρώτικο: 28η Οκτωβρίου 1940 - Τιμής Ένεκεν


Το κλαρίνο βαρεί το μοιρολόι.... Το μοιρολόι..... Και θαρρείς πως κάθε τι γύρω σου μεταμορφώνεται. Μεταμορφώνεται από μια άχαρη και συνηθισμένη τσιμεντούπολη σε δάσος, σε χωριό, σε πετρόχτιστα σπίτια, σε κάρα, σε αλέτρια, σε αργαλειούς, σε γάστρες. Το μοιρολόι φέρνει θύμησες, από αυτές που μόνο οι παππούδες γνωρίζουν.... Σαν βγαλμένα από μια άλλη εποχή, έρχονται το ένα μετά το άλλο να σε στοιχειώσουν τα φαντάσματα εκείνα. Τα άταφα σώματα Ελλήνων στρατιωτών, οι υπέρτατες θυσίες των Ηπειρωτισσών, η χαρά της απελευθέρωσης και ξανά η απόγνωση και το κλάμα της σκλαβιάς των Βορειοηπειρωτών. 

Το ΟΧΙ του 1940, που τόσο αβίαστα το προφέρουμε σήμερα, δεν υπήρξε πραγματικά. Δεν είπε μόνο ο Μεταξάς το ΟΧΙ. Αλλά ο Ελληνικός λαός, μην υπολογίζοντας ζωή, περιουσία, υλικά αγαθά, ρίχθηκε στον Αγώνα για την σωτηρία ενός ιδανικού που υπερβαίνει κάθε άλλου... της Ελευθερίας. Και πίσω από τους στρατιώτες, οι Ηπειρώτισσες γυναίκες, εξαθλιωμένες από τη φτώχεια και τις αγροτικές εργασίες, απελπισμένες από τους άντρες, τους γιους και τους πατεράδες τους, που έφυγαν να πολεμήσουν στα απάτητα Ηπειρώτικα και Βορειοηπειρώτικα βουνά, δεν δίστασαν, αλλά παρακάμπτοντας κάθε εμπόδιο, κάθε περιορισμό του φύλου τους πολέμησαν στο πλευρό των ανδρών μεταφέροντας πολεμοφόδια και σε μερικές περιπτώσεις, πολεμώντας κι όλας. 

Εκεί, στην Πίνδο, στην σημερινή Αλβανία, οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες, λίγο σκάβουν και ανακαλύπτουν ακόμη τα κόκκαλα των Ελλήνων, όσων δεν είχαν κανέναν μαζί τους να τους θάψει με τις τιμές ηρώων, όπως τους άξιζε. Και εδώ, το μοιρολόι αυτό, ο επικήδειος θρήνος, ας ταξιδέψει στους ουρανούς να αποδόσει Τιμής Ένεκεν ένα τελευταίο αντίο και ένα μεγάλο Ευχαριστώ. 
Ας γίνει το παράδειγμα των προγόνων μας, φωτεινό σημάδι στο σκοτεινό τούνελ των εποχών που διανύουμε.... Αν ποτέ βρεθούμε σε τρομερές δυσκολίες, τότε όλοι μας θα ξέρουμε ποιος είναι ο δρόμος... Δύσκολος, απάτητος όσο σε ένα βουνό, αλλά ένδοξος, ηρωικός..... δρόμος που ταιριάζει μόνο σε παλικάρια και λεβέντισσες.....

Θύμιο Γάκης και η αιχμαλωσία της βασιλαρχόντισσας, Λήσταρχος - Εθνικός Ήρωας


Είναι μια ιστορία που αρχίζει με μιά συνταρακτική απαγωγή, προ εκατόν ετών στα βουνά της Πίνδου – το Μέτσοβον – και που τελειώνει ύστερα από πολλά χρόνια σε μία εθνική προσφορά μακριά, στο Παπαζλή της Μικράς Ασίας. Ένας θρύλος που σαν ζωντανό παραμύθι ξαναζεί ακόμα και σήμερα στις διηγήσεις της Ηπείρου και ένας άλλος θρύλος που έρχεται σαν παραμύθι και αυτός από τις διηγήσεις εκείνων που τον έζησαν. Είναι η απαγωγή της Βασίλισσας και Αρχόντισας (Βασιλαρχόντισσας) Δούκως Αβέρωφ και η εθνική θυσία – η λύτρωση – του ληστάρχου Θύμιου Γάκη.

Διαβάστε το βιβλίο του Δημητρίου Καρατζένη 
''Θύμιο Γάκης και η αιχμαλωσία της βασιλαρχόντισσας, Λήσταρχος – Εθνικός Ήρωας'', (Αθήναι 1986)

Οι ληστοσυμμορίες του Σαρακατσάνου Βαγγέλη Τάκου και του Θύμιου Γάκη στις 27 Ιουλίου 1884 στο Μέτσοβο, απήγαγαν την κόρη του Νικολάκη Αβέρωφ, Ευδοκία, σύζυγο του Στεργίου Τζοανόπουλου, την περίφημη Βασιλαρχόντισσα του δημοτικού τραγουδιού.
Η απαγωγή έγινε μετά από προτροπή του Μετσοβίτη Γεωργίου Ντάλα και του Μεσολογγίτη Φλέγκα, που εργαζόταν στο Μέτσοβο και τον οποίο είχε ραπίσει ο Νικολάκης Αβέρωφ, επειδή πέρασε από το Κουλτούκι του Μετσόβου, όπου κάθονταν μόνο οι άρχοντες.

Οι ληστές μετά την απαγωγή κατέφυγαν στο πυκνοδάσος της Βάλια Κάλντα και σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στην περιοχή Περτουλίου Τρικάλων.
Ο Γάκης συνελήφθη το 1894, κατόπιν προδοσίας, και δικάστηκε στα Γιάννενα σε ισόβια δεσμά.
Η μαρτυρία της Βασιλαρχόντισσας Ευδοκίας, την οποία ο Γάκης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της την προστάτεψε, στάθηκε ικανή για τη μη καταδίκη του ληστή σε θάνατο.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Γάκης μετά την απόδοση χάριτος, κατέφυγε με τη βοήθεια των Χατζηγακαίων στο Παπασλί της Μ. Ασίας, όπου παντρεύτηκε την κόρη του εκεί δημάρχου, Παναγιώτη Κλάρα, Ευαγγελία.
Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις τον Ελληνικό Στρατό.

Το Έπος του Σαράντα



Ήτανε νύχτα κι ήσυχη κοιμότανε η χώρα, 
σαν του πολέμου ξέσπασε η φονική η μπόρα. 
Όλη η Ελλάδα σύσσωμη σηκώθηκε επάνω 
και φώναξε βροντόλαλα: ΟΧΙ δε θα πεθάνω! 
Όλα της τα παιδιά μεμιάς τα κράζει, για να ‘ρθούνε, 
τείχος να κάμουν τα κορμιά οι βάρβαροι μην μπούνε. 
Σε λίγες ώρες γέμισε η Πίνδος παλικάρια 
και ρίχτηκαν στον Ιταλό ανήμερα λιοντάρια. 
Φλάμπουρα νίκης ύψωσαν ψηλά σε κάθε κόχη 
κι έγινε αστέρι μαγικό μέσα στη νύχτα τ' ΟΧΙ. 
Εις το θρασύδειλο εχθρό φωνάζουν: «ΜΠΡΟΣ», «ΑΕΡΑ». 
Κι αντιλαλούνε τα βουνά το σύνθημα ως πέρα. 
Η νίκη τα ελληνικά τα όπλα στεφανώνει 
κι όλους της δόξας το κρασί μεθά και τους ενώνει. 
Χτυπούν χαρμόσυνα παντού του έπους οι καμπάνες 
και ακούγονται περήφανοι γύροι τρανοί παιάνες. 
Γιορτάζει η Βόρεια Ήπειρος και βάγια μπρος υψώνει 
και το φαντάρο Έλληνα με δάφνες στεφανώνει. 
Αυτός της σκλάβας σύντριψε με μιας την αλυσίδα 
Κι ελεύθερη την έδωσε στη μάνα της πατρίδα. 
Το Αργυρόκαστρο ξανά κι η Κοριτσά και πάλι, 
ήρθαν ελεύθερες κι οι δυο στη μητρική αγκάλη. 
Κι όλο οι φαντάροι προχωρούν κι «αέρα, εμπρός!» φωνάζουν 
κι οι Ιταλοί τρομάζοντας, στα πόδια τους το βάζουν. 
Έτσι οι Έλληνες νικούν όπως συμβαίνει πάντα 
και γράφουν με τη λόγχη τους το έπος του Σαράντα.

Ο δημοτικός ποιητής για τον πολεμιστή του ’40


Παντελής Μπουκάλας

Σε ένα από τα γνωστότερα δημοτικά τραγούδια, του Ολύμπου και του Κίσσαβου, ένα από εκείνα που γοήτευσαν τον Γκαίτε και τον έπεισαν να μεταφράσει μερικά, τα δύο βουνά μαλώνουν· μόνο τον Όλυμπο ακούμε, ωστόσο, να παινεύεται για τις κορφές και τις βρύσες του, αλλά κυρίως για τους κλέφτες του, και να χλευάζει τον τουρκοπατημένο Κίσσαβο. Αντίθετα, στα τραγούδια που έπλασε ο δημοτικός ποιητής του ’40 για να εμψυχώσει τους πολεμιστές, τα βουνά δεν μαλώνουν αλλά συνομιλούν συγκινημένα και συνεργάζονται. Ο λαϊκός ποιητής υιοθετεί τα μοτίβα των κλέφτικων, με τη δίκαιη σιγουριά πως είναι κληρονομιά του, κτήμα κοινό. Και ή τα προσαρμόζει γεωγραφικά ή τα μεταλλάσσει φρόνιμα. Κι αυτό «σ’ εποχή όπου η λειτουργία της γέννησης του δημοτικού τραγουδιού παρουσιάζει πλήθος αναστολές», όπως λέει ο Κ.Θ. Δημαράς στην «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας»· σε εποχή δηλαδή που ο προφορικός πολιτισμός υποχωρούσε και αποσυντονιζόταν.

Σε ένα από τα δημοτικά του ’40, πλασμένο από την πάντα καίρια μούσα της Ηπείρου, ο γερο-Σμόλικας ρωτάει την Πίνδο, στον ταιριαστό δεκαπεντασύλλαβο: «Βουνό μου, σταυραδέρφι μου και γκαρδιακέ μου φίλε, / πού πήγαν οι λεβέντες μας, πού πήγαν οι αϊτοί μας / κι αφήσανε τον Ιταλό τον τόπο να οργώνει;» Πριν αποκριθεί η Πίνδος, ο τόπος όλος και η μνήμη που τον πυκνοκατοικεί δίνουν τη δική τους απάντηση: «Το λόγο δεν απόσωσεν, το λόγο δεν απόειπε / κι αναταράχτηκεν η γης, αντάριασαν οι λόγγοι / κι ένα στοιχειό πετάχτηκε ψηλά στη Δρακολίμνη. / Είχε σταυρό στα κέρατα, φεγγάρι στα καπούλια / κι απάνω από τη ράχη του φλάμπουρο ανεμίζει». Και σκορπίζει τους έντρομους Ιταλούς. Ενα στοιχειό που η λαϊκή πίστη θα μπορούσε να του δώσει το σχήμα και το όνομα του Αϊ-Γιώργη ή της Παναγίας ή, πολύ παλιά, στον Μαραθώνα, του Θησέα και του φαντάσματός του.

Αντίθετα με τη μεταφυσική λύση αυτού του τραγουδιού, ένα άλλο ηπειρώτικο προκρίνει τον ρεαλισμό, περιγράφοντας λιτά την κινητοποίηση προς ενίσχυση του μετώπου· συνομιλητής της Πίνδου είναι τώρα ο Ολυμπος. Αντλώ και αυτό το τραγούδι από τη β΄ έκδοση της μελέτης του Τάκη Αδάμου «Το λαϊκό τραγούδι της Αντίστασης» (Καστανιώτης, 1977). Πολλά τραγούδια και του ’40 αποθησαύρισε ο Ν. Α. Κεφαλληνιάδης στο βιβλίο «Η λαϊκή μούσα στους εθνικούς πολέμους μας (Ντοκουμέντα): Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Μικρασιατική Καταστροφή 1922, Αλβανικό έπος 1940, Κατοχή - Αντίσταση - Απελευθέρωση 1941-1944» (Φιλιππότης, 1992). Ας πάμε στις πρώτες μέρες του πολέμου: «Ποιος είδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο μεγάλο, / να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις ψηλές ραχούλες. / Γυρίζει ο γερο-Ολυμπος κι αναρωτάει την Πίνδο: / “Βουνό μου, γιατί θύμωσες και στέκεις βουρκωμένο; / Μήνα χαλάζι σε βαρεί, μήνα βροχή σε δέρνει;” / “Ούτε χαλάζι με βαρεί κι ούτε βροχή με δέρνει, / μόν’ με βαρούν οι Ιταλοί με μπόμπες και με όλμους. / Μαύρα πουλιά σκεπάσανε τον όμορφο ουρανό μου, / θερίζουνε τις ράχες μου, καίνε τα έλατά μου”. / “Ρίξε, βουνό, τις μπόρες σου, ρίξε τις αστραπές σου, / κι εγώ σου στέλνω τους αϊτούς, τσολιάδες και φαντάρους, / να καθαρίσουν τις πλαγιές, να διώξουν τους φασίστες, // που μόλυναν τον τόπο μας, τα όμορφα χωριά μας”».

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης: Ο Έλληνας που έσωσε την Ευρώπη


Πώς οι Αλβανοί παρουσιάζουν ως
αλβανικής καταγωγής τον Γεώργιο Καστριώτη. Ένας από τους λιγότερο γνωστούς ήρωες της Ελληνικής Ιστορίας θεωρείται ο Γεώργιος Καστριώτης, 
γνωστός κι ως Σκεντέρμπεης
Αποτελεί τον εθνικό ήρωα των Αλβανών την ίδια ώρα που θεωρείται άγνωστος ή παρουσιάζεται λανθασμένα ως 
Αλβανικής καταγωγής στην Ελλάδα. 
Ας δούμε όμως τελικά ποιος ήταν 
ο Σκεντέρμπεης.

Το πραγματικό του όνομα είναι Γεώργιος Καστριώτης. Το επίθετό του παρουσιάζει και την πραγματική του καταγωγή αφού ο παππούς του, Κων/νος Καστριώτης (1390), ήταν ηγεμόνας της περιοχής της Καστοριάς και της Ημαθίας. Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Καστριώτης, ηγεμόνας της Κρόιας ενώ η μητέρα του καταγόταν από τη Σερβία (Βοϊσάβα). 

Λίγο καιρό πριν την Άλωση της Πόλης κι ενώ ο σουλτάνος Μουράτ Β’ κατακτούσε την μια βυζαντινή επαρχία μετά την άλλη, ζητά από τον ηγεμόνα της Κρόιας ως εκδήλωση υποταγής και εγγύηση της κυριαρχίας του, την ομηρία των 4 γιων του ένας εκ των οποίων ήταν ο Γεώργιος. Ο Ι. Καστριώτης δέχτηκε και τα παιδιά του αφού ασπάσθηκαν τον ισλαμισμό (ήταν χριστιανοί), βρέθηκαν να ανατρέφονται στη σουλτανική αυλή της Ανδριανουπόλεως παρέα με τον μετέπειτα Πορθητή της Πόλεως, Μωάμεθ τον Β’. Ο σουλτάνος Μουράτ, βλέποντας την εξαιρετική πρόοδο και τα χαρίσματα του ελληνόπουλου, του προσέδωσε την τουρκική ονομασία «Ισκεντέρ μπέη» (Σκεντέρμπεης) που σημαίνει «Αλέξανδρος ηγεμών».

Παρόλη την οθωμανική ανατροφή του, ο Γεώργιος δεν ξεχνούσε τις ρίζες του. Η είδηση του θανάτου των γονιών του και η καταπίεση των ομοεθνών του από τον τουρκικό ζυγό έδωσαν το έναυσμα στον Σκεντέρμπεη να λιποτακτήσει σε μάχη στη Σερβία και να επιστρέψει στα πατρογονικά του εδάφη. Αφού νυμφεύεται την Ανδρονίκη Κομνηνή, ο Γεώργιος Καστριώτης στις 28 Νοεμβρίου 1443 κηρύσσει την επανάστασή του κατά των Τούρκων. Ως έμβλημά του χρησιμοποίησε τον βυζαντινό δικέφαλο αετό σε κόκκινο φόντο, τη σημερινή πλέον σημαία της Αλβανίας.

Ο Γεώργιος Καστριώτης χάρη στις πολεμικές του αρετές κατάφερε να απελευθερώσει την επαρχία του από την τουρκική κατοχή και να προκαλέσει το θαυμασμό στην χριστιανική Δύση που ανέμενε την οθωμανική απειλή. Ήταν τόσο μεγάλες οι επιτυχίες του Καστριώτη που ανάγκασε τον ίδιο τον σουλτάνο να εκστρατεύσει εναντίον του. Χαρακτηριστικοί είναι και οι έπαινοι του πάπα Κάλλιστρου Γ’, ονομάζοντας τον Καστριώτη «ιππότη του Χριστού» και «αθλητή του Θεού». Ακόμη και μετά την Άλωση της Πόλης (1453), ο Σκεντέρμπεης δρούσε ανενόχλητος μέχρι τον θάνατό του. Στις 17 Ιανουαρίου 1467 και σε ηλικία 63 ετών πέθανε από ελονοσία. Θάφτηκε με τις τιμές που αρμόζουν σε έναν θρύλο στο Ναό του Αγίου Νικολάου στο Αλέσσιο (αρχαία Λισσός).

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Στέργιος Βλάχμπεης (1880 - 1948) - Μακεδονομάχος οπλαρχηγός από την Κάτω Τζουμαγιά (Ηράκλεια) Σερρών


Από τις τάξεις των Βλάχων της Ηράκλειας προερχόταν ο καπετάνιος Στέργιος Βλάχμπεης, ένας από τους σημαντικότερους αρχηγούς των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων που ανέπτυξαν δράση στην Ανατολική Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. [Πηγή: Αστέριος Κουκούδης, Το ιστορικό των Βλάχων της Ηράκλειας, βλ Εδώ]

Ο Στέργιος Βλάχμπεης (καπετάν Στέργιος) του Ιωάννου γεννήθηκε το 1880 στην Κάτω Τζουμαγιά (Ηράκλεια) Σερρών. Οργανώθηκε στην ένοπλη δράση από πολύ νωρίς. Αρχικά τέθηκε υπό τις γενικές οδηγίες του οπλαρχηγού Δούκα Γαϊτατζή. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με το σώμα του οπλαρχηγού Παπαπασχάλη από τα Σακάφτσια (Λιβαδοχώρι). Μετά το θάνατο του οπλαρχηγού Αθανάσιου Χατζηπανταζή το 1906, ανέλαβε τη γενική αρχηγία στον τομέα ευθύνης των περιοχών Σερρών, Βισαλτίας, Κάτω Τζουμαγιάς (Ηράκλειας), Ποροΐων, Κερκίνης, Σιντικής, Πετριτσίου και Μελενίκου. Εξουδετέρωσε τη Ρουμανική προπαγάνδα στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας που είχε στόχο τον προσεταιρισμό των Ελληνικών, βλαχόφωνων πληθυσμών. Κατάφερε, επίσης να αντιμετωπίσει την ένοπλη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων Σαντάνσκι, Σίτσο Άτσεφ, Ντόντσιο, Σαράφωφ, βοεβόδα Τάκα, Ντίνα Αραμπατζή και Μανούσωφ, που τρομοκρατούσαν τους Έλληνες στην περιοχή βόρεια των Σερρών. Συνέπεια της απομάκρυνσης της Βουλγαρικής βίας, ήταν η αθρόα επιστροφή των κατοίκων πολλών χωριών στο Πατριαρχείο, απ' όπου είχαν βίαια απομακρυνθεί.[1] Μαζί με τον Αθανάσιο Κηπουρό (Φεγγάρα) εκτέλεσαν το Βούλγαρο καταδότη του καπετάν Μητρούση, Δίγκο, το Σεπτέμβριο του 1907[2]. 

Λόγω της καταδίωξης του σώματός του από τις Οθωμανικές αρχές, αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1907. Εκεί γνωρίστηκε με τους αδερφούς Θεοχάρη και Μαυρουδή Γερογιάννη από τη Αρναία Χαλκιδικής που ήταν διευθυντές στον Κεντρικό Μακεδονικό Σύλλογο Αθηνών. Με τη βοήθεια του συλλόγου, οργάνωσε νέο αντάρτικο σώμα και επέστρεψε στη Μακεδονία και συγκεκριμένα στη Χαλκιδική με τελικό στόχο να ανακάμψει στην περιοχή Σερρών. Παρέμεινε για αρκετό καιρό στις περιοχές της Χαλκιδικής, του Λαγκαδά και Βερτίσκου, παρά τις εκκλήσεις του Διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Σερρών, Δημοσθένη Φλωριά, να μεταβεί στη γενέτειρά του, όπου η κατάσταση ήταν κρισιμότερη. Αργότερα επέστρεψε στην περιοχή βόρεια των Σερρών όπου ανέλαβε εκ νέου δράση με το σώμα του κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων. 

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ και η ρουμανική προπαγάνδα


Μιχαήλ Τρίτος

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄, ο οποίος είλκε την καταγωγή του από το βλαχόφωνο Κρούσοβο της Άνω Μακεδονίας και ομιλούσε το βλαχικό ιδίωμα, πρωτοστάτησε στον αγώνα εναντίον της ρουμανικής προπαγάνδας, η οποία με ανέντιμες μεθόδους προσπάθησε να αλώσει την ελληνική εθνική συνείδηση των Βλάχων της Βαλκανικής.

Συγκεκριμένα, εξαπέλυσε τέσσερις ιστορικές εγκυκλίους προς τους Αρχιερείς και τους χριστιανούς της Μακεδονίας και Ηπείρου σχετικές με τη στάση που πρέπει να κρατήσουν στο Κουτσοβλαχικό Ζήτημα. Επίσης, ένα Πατριαρχικό Τακρίριο προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Θρησκευμάτων Αβδουρραχμάν και ένα υπόμνημα προς τους πρεσβευτές Αυστρίας, Ρωσίας, Αγγλίας, Γερμανίας, Γαλλίας και Ιταλίας, τους οποίους ενημερώνει «περί των εν Μακεδονία, αξιώσεων της ρουμουνικής κυβερνήσεως».

Σε όλες τις επιστολές του υπεραμύνεται της ελληνικότητας των Βλάχων της Βαλκανικής και αποκλείει κάθε σκέψη εισαγωγής της ρουμανικής γλώσσας στη λατρεία σε περιοχές, που κατοικούνται από Βλάχους.

Κωνσταντίνος Αν. Βαβούσκος


Ο γεννημένος στη Δράμα, αλλά με καταγωγή από το Κρούσοβο, Κωνσταντίνος Αν. Βαβούσκος σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από την οποία έλαβε πτυχίο το 1947. Με υποτροφία της ΕΜΣ, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι και το Φράϊμπουρκ της Γερμανίας. Διδάκτωρ του Δικαίου του Πανεπιστημίου των Παρισίων (1952). Πρώτος Επιστημονικός συνεργάτης του νεοϊδρυθέντος Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (1953-1964) και δικηγόρος Θεσσαλονίκης από το 1955.Υφηγητής (1957) και καθηγητής του Αστικού Δικαίου από το 1969, της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης της οποίας διετέλεσε και Κοσμήτωρ (1974-1978). Μέλος της Εταιρείας από τη δεκαετία του 1950, εξελέγη για πρώτη φορά στο Διοικητικό Συμβούλιο το 1970 και συνέχισε εκλεγόμενος για τριανταέξι χρόνια. Αναδείχθηκε Πρόεδρος της ΕΜΣ για μια τριακονταετία (1976-2006), Πρόεδρος του ΙΜΧΑ και εξελέγη Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Συνέγραψε πληθώρα μελετών νομικού περιεχομένου, ενώ ασχολήθηκε ιδιαίτερο ζήλο με την ιστορία της Μακεδονίας, του βόρειου ελληνισμού και κυρίως με το Μακεδονικό Ζήτημα, όπως αυτό εξελίχθηκε ως σήμερα. Συνέγραψε μελέτες, άρθρα, και ανακοινώσεις σε συνέδρια, έδωσε ποικίλες διαλέξεις σε όλο τον κόσμο υπερασπιζόμενος τα ελληνικά δίκαια.
Πηγή: Εδώ


Κωνσταντίνος Β. Χιώλος
Διδάκτωρ Νομικής - Δικηγόρος

Με αφορμή σχετικό δημοσίευμα προ ημερών στον «ΠΡΩΙΝΟ ΤΥΠΟ» στη στήλη «Από την παλιά Δράμα», αναφερόμενο στον Ακαδημαϊκό και ομότιμο καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Κωνσταντίνο Βαβούσκο, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από την Δράμα, παρακαλώ να μου επιτραπεί να προσθέσω ακόμη ολίγα τινά γι’ αυτόν, ερανισμένα από τον πλουσιώτατον βιογραφικό του.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Ιωακείμ Μαρτινιανός (1873 -1953)


Μιχαήλ Τρίτος 
Καθηγητής ΑΠΘ Κοσμήτωρ Θεολογικής Σχολής

Διακεκριμένος ιεράρχης και συγγραφεύς. Γεννήθηκε στο 1873 στην ιστορική Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου, που ήταν κορυφαίο πνευματικό κέντρο του ιζ΄ και ιη΄ αι. Τα εγκύκλια μαθήματα παρακολούθησε στα φημισμένα σχολεία της ιστορικής γεννέτειράς του. Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία απεφοίτησε το 1898. Από πολύ νωρίς διακρίθηκε για τη συγκροτημένη προσωπικότητά του και τους αγώνες του για την Ορθοδοξία και το Γένος.

Ως Μητροπολίτης είχε αρκετές μεταθέσεις· 
Μητροπολίτης Βελεγράδων (1911-1924), Παραμυθίας (1924-1925), Νέας Πελαγονίας (1925-1935), Ξάνθης (1935-1942), Πολυανής και Κιλκισίου (1942-1945) και Ξάνθης (1945-1953).

Η αρχιερατεία του στο Κιλκίς ήταν αρκετά δύσκολη λόγω της γερμανικής κατοχής. Παρόλο αυτό με ισορροπημένες κινήσεις, διακριτικούς χειρισμούς και διπλωματική ευστροφία έσωσε πολύ κόσμο από τη θανατική καταδίκη. Μεγάλο ήταν το θρησκευτικό, εθνικό και κοινωνικό του έργο στο τριετές διάστημα της αρχιερατικής παρουσίας του στο Κιλκίς.

Παράλληλα με τα ποιμαντικά του καθήκοντα ασχολήθηκε και με τη συγγραφή βιβλίων. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής: 
1. Συμβολαί εις την ιστορίαν της Μοσχοπόλεως. Η Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου κατά τον εν αυτή κώδικα (1630-1875), Αθήνα 1939. 
2. Η Μοσχόπολις (1330-1930), εν Θεσσαλονίκη 1957. 
3. Τα Βελέγραδα (ανέκδοτο). 
4. Διορθώσεις και προσθήκαι εις την περί της Αυτοκεφάλου Αρχιεπισκοπής Αχριδών μονογραφίας του. 
5. Ο Χριστιανισμός στην Αλβανία κ.α.

Τα άγρια άλογα του Πεταλά


Του Παντολέων Φλωρόπουλου

Είναι άγρια άλογα! Και ζουν στις πλαγιές και τους λόφους του όρους Θύαμος (Πεταλάς) πάνω από τη Λεπενού στο Βάλτο, στην Ακαρνανική πλευρά του Αχελώου. Κινούνται σε μια ημιορεινή έκταση εκατόν τριάντα χιλιάδων στρεμμάτων. Σκηνές από ταινίες της άγριας Αμερικανικής Δύσης στο Ακαρνανικό τοπίο; Ναι, βεβαίως!

Οι ειδικοί είπαν ότι τα άγρια άλογα του Πεταλά ανήκουν στη φυλή της Πίνδου, γνωστή από την αρχαιότητα για την ανθεκτικότητά της στις κακουχίες. Συγκριτικά με άλλες μεγαλόσωμες φυλές, τα άλογα της Πίνδου είναι πιο κοντά, όμως είναι προσαρμοσμένα στο κακοτράχαλο τοπίο και γι’ αυτόν το λόγο διάλεξε αυτά τα άλογα για το ιππικό του ο Μέγας Αλέξανδρος, προκειμένου να ταξιδέψει στα βάθη της Ασίας…

Τα άγρια άλογα του Πεταλά δεν μετρήθηκαν ποτέ, όμως – κατά την διασταυρωμένη εκτίμηση ντόπιων βοσκών – φαίνεται ότι υπερβαίνουν τα χίλια συνολικά. Αν είναι έτσι, πρόκειται για τη μεγαλύτερη αγέλη της Ευρώπης.

Γνώρισαν μεγάλη δημοσιότητα το 1999, όταν το περιοδικό «Στρατόσφαιρα» έδειξε το εκπληκτικό θέμα στο Πανελλήνιο, το πήραν οι τηλεοπτικές κάμερες για να το φτάσουν μέχρι την Ευρώπη και την Αμερική. Στο θέμα αναφέρθηκαν όλες σχεδόν οι μεγάλες εφημερίδες, αλλά και περιοδικά όπως το National Geographic. Ασχολήθηκε ακόμα και η Ευρωβουλή. Το πρόβλημα ήταν τότε ότι τα έπιαναν οι επιτήδειοι και τα εξήγαγαν στην Ιταλία για κονσέρβες. Επειδή όμως προσέκρουαν στις διατάξεις του Νόμου που απαγόρευσε την έξοδό τους από τη χώρα, εφηύραν την αποτρόπαιη μέθοδο να… τους σπάνε τα πόδια ή να τα τραυματίζουν στα πλευρά, ώστε να παρακάμπτουν την απαγόρευση!

Η δημοσιότητα έσωσε τα άλογα από το μαρτύριο εκείνο. Σταμάτησε το αποτρόπαιο εμπόριο, το οποίο έκαναν οι γύφτοι σε συνεργασία με κάποιους ντόπιους. Παρά τις δημοσιογραφικές προσπάθειες και παρά το πανελλήνιο ενδιαφέρον που προκάλεσε η άγρια ομορφιά τους, πέραν της δημοσιότητας δεν έγινε τίποτε ούτε για την προστασία τους, ούτε για την αξιοποίηση του καταπληκτικού θεάματος που προσφέρουν.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Παρουσία Βλάχων στο Βέρμιο και την ευρύτερη περιοχή πριν την μαζική τους έλευση


Όσον αφορά στην μυθολογία για το Βέρμιο ο πατέρας της ιστορίας Ηρόδοτος [1] μας λέει ότι εκεί κατάφυγαν τα τρία αδέλφια, Γαυάνης, Αέροπος και Περδίκκας (απόγονοι του Τήμενου Βασιλιά του Άργους Πελοποννήσου) από την πολιτεία Λεβαία, από όπου τους κυνήγησε ο βασιλιάς της, κατέκτησαν την περιοχή αυτή και, έχοντας αυτήν (Βέρμιο) ως ορμητήριο, κατέκτησαν και την υπόλοιπη Μακεδονία.

Βέβαια, ο ορεινός αυτός όγκος, πριν την μαζική έλευση των Βλάχων από την Πίνδο, κατοικούνταν περισσότερο από ελληνόφωνους και μετά τη καταστροφή της Νάουσας (1822) ο τόπος ερημώθηκε πλήρως από τους Τούρκους. Οι περισσότεροι Βλάχοι αυτής της μαζικής έλευσης σήμερα ζουν στη πόλη της Βέροιας, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και σε άλλα μέρη (Νάουσα, περιοχές της Θεσ/νίκης, Ημαθίας, Πιερίας κ.α.).

Πάντως, η παρουσία λατινοφώνων γενικότερα στην Ημαθία πρέπει να έχει πολύ παλιές ρίζες. Είναι φυσικό να υπήρξε και στην περιοχή αυτή λατινοφωνία από τους ρωμαϊκούς ακόμα χρόνους λόγω της ρωμαϊκής κυριαρχίας (Ρωμαίοι άποικοι, ντόπιοι εκλατινισθέντες). Ο Αχ. Λαζάρου [2] προσκομίζει στοιχεία διαπίστωσης λατινοφωνίας στην Μακεδονία μέσω «…της μελέτης επιγραφικού υλικού της Βέροιας (Μουσείο Βέροιας) του διευθυντή του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Μιλτ. Χατζόπουλου, ο οποίος επιμαρτυρεί την εκλατίνιση Μακεδόνων και ιχνηλατεί τις απαρχές του λατινογενούς γλωσσικού ιδιώματος των Αρμάνων, Ελληνοβλάχων…». 

Ο χρονογράφος Ιωάννης Λυδός (6ος αι. μ.Χ., πρώτοι Βυζαντινοί χρόνοι) [3] είναι σαφέστατος και ομιλεί για χρήση της λατινικής από τους περισσότερους Έλληνες στη Βαλκανική και μάλιστα από αυτούς που έρχονταν σε επαφή με το Ρωμαϊκό κράτος.

Βέβαια η λατινοφωνία με την επικράτηση του χριστιανικού ελληνικού-βυζαντινού πολιτισμού και την έλευση των Σλάβων συρρικνώθηκε, δεν εξαφανίσθηκε όμως οριστικά. Υπάρχουν ενδείξεις ότι επιβίωσε μια δημώδης λατινική γλώσσα.

Μέτσοβο: Ένα μουσείο για όλη την Ήπειρο


Κάνοντας βόλτα κανείς στα πλακόστρωτα δρομάκια του Μετσόβου πέφτει πάνω σε ένα «γίγαντα». Όχι φυσικά σε καμιά πολυκατοικία ή σε κάποια νεοπλουτίστικη βίλα, αλλά στο τριώροφο Αρχοντικό Τοσίτσα, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως λαογραφικό μουσείο.

Για την ακρίβεια πρόκειται για ένα μουσείο «μέσα στο μουσείο», καθώς το ίδιο το Αρχοντικό με τη διαμόρφωση των χώρων του και ανεξάρτητα από τα όσα –σημαντικά– περιέχει αποτελεί ζωντανό μάρτυρα μιας εποχής και ενός τρόπου ζωής, ο οποίος σήμερα φαντάζει μακρινός και ξεχασμένος. Να τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Στην πρώτη του μορφή το Αρχοντικό χρονολογείται στον 17ο αιώνα, ενώ με προσθήκες και επισκευές διατηρήθηκε μέχρι τη δεκαετία του ’50, οπότε και ανακατασκευάστηκε εκ βάθρων χάρη στη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα και τις πρωτοβουλίες του Ευάγγελου Αβέρωφ, ο οποίος ανέλαβε τη διαχείρισή του.

Η ανακατασκευή, η οποία διατηρεί πιστά τον σχεδιασμό και τη διαρρύθμιση των χώρων του παλαιού κτιρίου, εξασφαλίζει την υλική του συνέχεια, ενώ παράλληλα συστήνει στον επισκέπτη μια ολόκληρη εποχή. Από τον χωρισμό των καθιστικών της οικογένειας σε θερινά και χειμερινά (τα δεύτερα δεν έχουν παράθυρα για να διατηρούν τη ζέστη) μέχρι τα μεγάλα σαλόνια του δευτέρου ορόφου για τις γιορτές, μπορεί κανείς να καταλάβει το μέγεθος του πλούτου και της αίγλης που απολάμβανε η οικογένεια Τοσίτσα. Ταυτόχρονα βλέποντας τις πρακτικές δυσκολίες (με πρώτη αυτή του κρύου) που ακόμα και μια τέτοια οικογένεια είχε να αντιμετωπίσει, σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή, δεν μπορεί παρά να απορήσει για το είδος της ζωής που οι υπόλοιποι, λιγότερο προνομιούχοι διαβιούσαν...

Εκτός των παραπάνω πάντως, το Αρχοντικό-Μουσείο είναι γεμάτο από κάθε λογής αντικείμενα, από εργαλεία και όπλα μέχρι τεχνουργήματα και έπιπλα, μαζεμένα με μεράκι και αγάπη από όλη την περιοχή της Ηπείρου.

Vllehte Arumune - Nikolaos I. Mertzos


SHOQATA BAMIRESE E MESHKUJVE NE SELANIK

~ VLLEHTE ARUMUNE 
Nikolaos I. Mertzos

Selanik 2010



Για ελληνικά, ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο: 
ΑΡΜΑΝΟΙ ΒΛΑΧΟΙ - ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ι. ΜΕΡΤΖΟΣ


Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Συνέντευξη-ντοκουμέντο του Ahmet Zogυ: Δημόσια ομολογία για την ελληνικότητα του βορειοηπειρωτικού χώρου


Εφημερίδα ''Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ'', 15-3-1931.
Συνέντευξη του Αλβανού βασιλιά Αχμέτ Ζόγκου (King Zog): Δημόσια ομολογία για την ελληνικότητα του βορειοηπειρωτικού χώρου.


Του Κώστα Μάρη

Το 1931 ολόκληρο το σύστημα εξουσίας της Αλβανίας -γνωρίζοντας την εθνολογική σύσταση του κράτους- συναινέσαν με την δημόσια δήλωση του Ανωτάτου Άρχοντος της Χώρας [βασιλιά Zogu], που παραδέχθηκε ότι το αλβανικό Κράτος κατέχει και κατακρατεί ελληνικές περιοχές και ομολόγησε ότι η Βόρειος Ήπειρος είναι ελληνική.

Πράγματι, τον Φεβρουάριο του 1931, κατά την μετάβασή του, incognito, στην Βιέννη, για λόγους υγείας, ο Mbret των Αλβανών παρεχώρησε ελεύθερη συνέ­ντευξη σε συνταξιδεύοντα και παλαιό του γνώριμο, Έλληνα δημοσιογράφο.

Η συνέντευξη, μαζί με φωτογραφία του Ζώγου, δημοσιεύθηκε στην ημερήσια πρωινή αθηναϊκή εφημερίδα ''Η Ελληνική'' [στο υπ. αριθ. 2176 στις 15/3/1931]. Το δημοσίευμα φέρει υπέρτιτλο «Η Ελλάς και οι γείτονές της», τίτλο «Με τον βασιλέα Ζώγου. Διά την πολιτικήν της Αλβανίας και τας σχέσεις με την Ελλάδα» και υπότιτλο «Μία σπουδαιοτάτη συ­νέ­ντευ­ξις».

Παραθέτομε αυτούσιο το τμήμα της συνεντεύξεως, που αναφέρεται στις ελληνοαλβανικές σχέσεις και στην ελληνικότητα της Βορείου Ηπείρου, όπως ακριβώς στην 1η σελίδα της εφημερίδος:

«ΑΛΒΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ 
 Εις μίαν στιγμήν ο Αχμέτ Ζώγου διακόπτει την ανιαράν σιωπήν και μου λέγει: 
Πρέπει να γνωρίζετε οι Έλληνες, ότι εγώ εμφορούμαι από τα πλέον φιλικώτερα αισθήματα διά την Ελλάδα. Μη λησμονήτε δε, ότι ποτέ δεν ξεχνώ ότι το βασίλειον της Αλβανίας είναι η εγγονή ας πούμε έτσι, της Ελλάδος. Μας συνδέουν τόσοι δεσμοί ιστορικοί. Αλλά… Και εσταμάτησε προς στιγμήν. Κατόπιν όμως εσυνέχισεν αμέσως. Αλλά, βεβαίως, είναι αναγκαία προϋπόθεσις διά την διατήρησιν της φιλίας αυτής, ο αμοιβαίος σεβασμός ως προς την εδαφικήν ακεραιότητα των δύο χωρών μας, της Αλβανίας και της Ελλάδος. Ομολογώ, εσυνέχισεν ο βασιλεύς, ότι πράγματι μέσα εις το βασίλειον των Αλβανών υπάρχουν και μέρη ελληνικά. Όπως η Κορυτσά, η Χειμάρρα, η Δρόβιανη, το Αργυρόκαστρον εν μέρει και μερικά άλλα ακόμη. Αλλα αι διεθνείς συνθήκαι καθώρισαν τα σύνορά μας, ώστε… Όταν θα γυρίσω με το καλό, εάν έχωμεν υγείαν βέβαια, ετόνισε θα προσπαθήσω να εγκαινιασθή με την φίλην πατρίδα σας μία νέα περίοδος σχέσεων καλής γειτονίας επ’ αγαθώ αμφοτέρων των μερών!»

O Εθνομάρτυς Μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός


Του Αρχιμ. Ιωακείμ Οικονομίκου
Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου Ι.Μ.Κίτρους

Ο Οκτώβριος, είναι ο μήνας κατά τον οποίο τιμούμε τον ένδοξο Μακεδονικό Αγώνα. Ένα αγώνα, ανάμεσα σε Έλληνες - Πατριαρχικούς και Βούλγαρους - Εξαρχικούς. Ο Μακεδονικός αγών, ήταν όντος αγών, διότι οι Ρωμηοί της Μακεδονίας, αγωνίστηκαν εναντίον της Βουλγαρικής και Ρουμανικής προπαγάνδας, πού ήθελαν και οι δύο από την δική τους πλευρά να προσεταιριστούν τους Πατριαρχικούς, και εντάσσοντάς τους είτε στην "Βουλγαρική Εξαρχία" είτε στο Ρουμανικό Κομιτάτο, το οποίο ήθελε να πάρει με το μέρος του τους ακραιφνείς Βλαχόφωνους Έλληνες. 

Στον αγώνα αυτό, πήραν μέρος πολλοί άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα της κοινωνίας της Μακεδονίας μας. Άνθρωποι του μόχθου, Διπλωμάτες, όπως ο Ίων Δραγούμης, ο Λάμπρος Κορομηλάς, Δασκάλες, όπως η Αικατερίνα Χατζηγεωργίου, η Λιλίκα Βλάχου, αλλά και κληρικοί, με κορυφαίο τον Μεγάλο Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ' πού συντόνιζε όλο τον αγώνα. Εκτός από τον Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ', έχουμε τον Καστορίας Γερμανό Καραβαγγέλη, τον Δράμας Χρυσόστομο, τον Κορυτσάς Φώτιο, τον Πελαγωνίας Ιωακείμ. Ανάμεσά τους υπήρξε και ο ήρωας Μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός Λαζαρίδης

Ο Γρεβενών Αιμιλιανός Λαζαρίδης, γεννημένος το 1877 στα Πέρματα της Μικράς Ασίας, σπούδασε στην Ιερά Θεολογική της Χάλκης. Μετά τις σπουδές του υπηρετεί ως Διάκονος και καθηγητής των θρησκευτικών κοντά στον άλλο αγωνιστή του Μακεδονικού Αγώνος, Μητροπολίτη Πελαγωνίας Ιωακείμ Φορόπουλο, με έδρα το ελληνικό και ιστορικό Μοναστήρι.

Τον Μάρτιο του 1910, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Σεπτού και Μαρτυρικού Πατριαρχείου μας, εκλέγει τον Αιμιλιανό Λαζαρίδη, Μητροπολίτη στην ιστορική Μητρόπολη Γρεβενών, η οποία την εποχή εκείνη, ταλανίζονταν από την ρουμανική προπαγάνδα, λόγω του βλαχόφωνου Ελληνισμού πού επικρατεί μέχρι και σήμερα στην περιοχή, η οποία προπαγάνδα και σήμερα δυστυχώς επανέρχεται.

Από την πρώτη στιγμή πού ενθρονίζεται, αγωνίζεται για την ελληνικότητα της περιοχής. Περιοδεύει σε όλα τα χωριά, εμψυχώνει τους Βλαχόφωνους Έλληνες, ενισχύει τους κατατρεγμένους από την ρουμανική και βουλγαρική προπαγάνδα. Με πόνο ψυχής ενημερώνει το Πατριαρχείο για την κατάσταση πού επικρατεί στην επαρχία του. Οι εκθέσεις του αποτέλούν μέχρι σήμερα κείμενα μεγάλης ιστορικής σημασίας, αλλά και εθνικής αφυπνήσεως. Γρἀφει: 

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

H Μακεδονία δεν αναφέρεται στην ιστορία ως έθνος, ξεκομμένο από τον ελληνισμό.


Του Ιωάννη Τσιαμήτρου


Δεν έχουμε συναντήσει στην ιστορία η Μακεδονία να αναφέρεται ως έθνος από ιστορικούς και επιστήμονες. 

Συγκεκριμένα, σπουδαίες πληροφορίες από ξένη βιβλιογραφία μας δίνει για το θέμα ο βαλκανολόγος και ρομανιστής Αχιλλέας Λαζάρου!! Σε μια εποχή που υπήρχαν πολλές εθνότητες στις αυτοκρατορίες και μάλιστα στην μεγάλη βυζαντινή αυτοκρατορία!!
Αντιγράφουμε από την σελίδα 213 του βιβλίου του εν λόγω συγγραφέα με τίτλο ‘Ελληνισμός & Λαοί της ΝΑ Ευρώπης, τόμος Α΄ (επίσης τα ίδια γράφει στη σελίδα 46): 

[…… Ηγεμονικές τάσεις διακατείχαν και Σέρβους, των οποίων η χώρα Σερβία, διατελεί διοικητική περιφέρεια του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, θέμα* βυζαντινό! (57). Μεταξύ δε των Σέρβων ηγετών προέχει ο Στέφανος Ντουσάν (1331-1355 μ.Χ.) (58). Ο οποίος υπερβαίνοντας τον καθαυτό σερβικό χώρο και επεκτεινόμενος νότια και σ’ ελληνικό χώρο αυτοαναγορεύεται αυτοκράτωρ Ελλήνων και Σέρβων (59) Διοικεί δε, όπως παρατηρεί ο Βυζαντινός χρονογράφος Γρηγοράς, ‘κατά την εθισμένην Ρωμαίοις δίαιταν»(60). Εξάπαντος η σερβική διερεύνηση δεν επιφέρει εθνολογικές μεταβολές. Μάλιστα, σύμφωνα με μελέτη του ακαδημαϊκού Ν. Iorga, οι τελευταίοι Σέρβοι δυνάστες τερματίζουν την εξουσία τους με συνείδηση βυζαντινή προσθέτοντας κιόλας στον ελληνικό τίτλο τους και την επωνυμία των Παλαιολόγων ……]

Ξένη Βιβλιογραφία και σημειώσεις
57. V. Laurent. “Le theme byzantin de Serbie au XLe siecle”, Revue des Etudes Byzantine (REB) 15, 1957, 185-195
58. G. Ostrogorski, Etienne et la noblese serbe dans la lute contre Byzance”, Bzantion, 22, 1952
59. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μνεία μόνον Σέρβων - Ελλήνων, χωρίς παρεμβολή ‘Μακεδόνων’, οι οποίοι, αν υπήρχαν ως εθνότητα ξεχωριστή της ελληνικής, δοθέντος ότι πρωτεύουσα ήταν τα Σκόπια, θα καταντούσε αδύνατη η παράλειψη

Λατινόφωνοι της Πίνδου


Στο βιβλίο του Ν. Μέρτζου (Οι Αρμάνοι Βλάχοι), εκδ. Ρέκος, ο καθηγητής Ν. Κ. Μουτσόπουλος και αντ. Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην εισαγωγή του (σελ. 19-21) είναι πολύ σαφής, όσον αφορά στην λατινοφωνία στα ορεινά (ιδιαίτερα Πίνδο). 

«… Ένα μεγάλο μέρος του αρχαίου πληθυσμού της Μακεδονίας αλλά και άλλων περιοχών… αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες και να καταφύγουν στα ορεινά ‘καταφύγια’ εξ αιτίας των σλαβικών και άλλων βαρβαρικών επιδρομών. Οι ορεινές αυτές εστίες δυναμώθηκαν και επί τουρκοκρατίας γιατί οι τουρκικές φυλές επέλεγαν τους πλούσιους κάμπους....».

Και συνεχίζει ο Μουτσόπουλος γράφοντας μεταξύ άλλων: 

«… Εκεί σε αυτές τις απομονωμένες κοινωνίες, όπου η διατήρηση των παραδόσεων, των ηθών και των εθίμων γινόταν με τον πλέον συντηρητικό τρόπο, παρέμεινε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα η μεσαιολατινική λαλιά. Με κανένα τρόπο λοιπόν δεν μπορεί, το γλωσσικό ιδίωμα να διαφοροποιήσει τους πληθυσμούς αυτούς από άλλους στους οποίους μιλιέται η ελληνική γλώσσα. Αντίθετα μάλιστα. Οι λατινόφωνοι κάτοικοι των ορεινών οικισμών είναι αυτοί που διατήρησαν με τον πιο συντηρητικό τρόπο, παράλληλα με το αρχαίο τους γλωσσικό ιδίωμα (εννοεί λατινοφωνία) και τις αρχαιότερες, βέβαια, ελληνικές- μακεδονικές τους παραδόσεις…». 
«… Η συστηματική και αναγκαστική αυτή αποχώρηση των ελληνικών πληθυσμών από τις πεδινές αυτές περιοχές θα πρέπει να έγινε είτε ομαδικά είτε διαδοχικά κατά μικρές ομάδες ή πατριές…».

«… Η φτώχεια του εδάφους, γράφει ο Απόστολος Βακαλόπουλος, τους επιβάλλει τη φοβερή λιτότητα, σχεδόν τον υποσιτισμό και τους στρέφει προς τη κτηνοτροφία, η οποία γίνεται ο κύριος και θετικός πόρος της ζωής τους…»

«…. Και όπως γράφει ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων (1798-1874): Αν εβιάσθη ο Ελλην να κατοικήση τα τραχύτερα βουνά, ωφελήθη μάλιστα, χωρίς να ζημιωθή ζημίαν ανεπανόρθωτον. Γυμναστικότερος και επιτηδειότερος ήδη προώδευσεν εις τας επιχειρήσεις του, αναπτύσσων το λογικόν του και τα έντιμα μέσου του βίου …».

Η “κυρά της Ρω” Δέσποινα Αχλαδιώτου: Η γυναίκα που φύλαγε Θερμοπύλες στο Αιγαίο


Του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη
akontogiannidis@yahoo.gr

Στις 13 του Μάη του1982, η Δέσποινα Αχλαδιώτου, η «Κυρά της Ρω», όπως την είχε πολιτογραφήσει ο Τύπος, η γυναίκα που φύλαγε Θερμοπύλες, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο της Ρόδου σε ηλικία 92 ετών, ενώ στο νησάκι Ρώ, η γαλανόλευκη ανέμιζε περήφανη, έτσι όπως την είχε υψώσει η ψυχή της και το άψυχο πλέον χέρι της…

Στις μέρες μας, η οικονομική κρίση, η ανεργία, οι μειώσεις μισθών, οι δυσκολίες που περνούν τα νοικοκυριά, μπορεί να μην αφήνουν περιθώρια για σκέψεις που έχουν σχέση με ηρωισμούς, πατριωτισμούς και πράξεις ανιδιοτελείς, όμως η στάση ζωής της Κυράς της Ρω τα παραμερίζει όλα και με σεμνότητα της αποτίνουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής. Γιατί κι εκείνη ζούσε φτωχικά, αλλά είχε την Ελλάδα και το νησί της βαθιά στην καρδιά της, ιδέες, που για πολλούς σημερινούς ΄Ελληνες είναι αναχρονιστικές, ξεπερασμένες και όσοι τις έχουν θεωρούνται γραφικοί ελληναράδες…

Η Δέσποινα Αχλαδιώτου με τον σύζυγό της Κώστα εγκαταστάθηκαν στη Ρω το 1924 ασχολούμενοι με την κτηνοτροφία έως το 1940 που τον έχασε άρρωστο στη ψαρόβαρκα που τον μετέφερε στο Καστελόριζο. Τον έθαψε και ξαναγύρισε στο νησάκι της Ρω με τη μητέρα της.

Όταν στη διάρκεια της κατοχής το Καστελόριζο βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς, οι Εγγλέζοι μετέφεραν τους κατοίκους για ασφάλεια στην Κύπρο και την Αίγυπτο. Η μόνη που αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη τυφλή μάνα της και τις κατσίκες της ήταν η Δέσποινα. Ο Άγγλος διοικητής σεβάστηκε την επιθυμία της, την άφησε στη Ρω και από τότε κάθε πρωί ύψωνε σ΄ ένα κοντάρι την γαλανόλευκη.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Εκδήλωση Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Βλαχοχωρίων της Πίνδου από τους Ναζί


Στο Ηρώο Πεσόντων στην ΣΜΥ Τρικάλων, τελέστηκε σήμερα το πρωί επιμνημόσυνη δέηση και στην συνέχεια υπήρξε κατάθεση στεφάνων στο πλαίσιο τιμής στα θύματα του ολοκαυτώματος των Βλαχοχωρίων της Πίνδου από τους Ναζί.

Όπως κατέγραψε το trikalanews.gr αντιπροσωπείες πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων της Πίνδου, κρατώντας λάβαρα, βρέθηκαν στον χώρο όπου υπήρξε κατάθεση στεφάνων από τον Εκπρόσωπο της Περιφερειακής Ενότητας Τρικάλων Αντιπεριφερειάρχη Θεσσαλίας Ντίνο Μπάρδα, από τον Δήμαρχο Τρικκαίων Δημήτρη Παπαστεργίου, από τον Πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων Μιχάλη Μαγειρία, από τον Εκπρόσωπο της Φρουράς Τρικάλων, από τον Αναπληρωτή Διευθυντή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Τρικάλων Αστυνομικό Υποδιευθυντή Γιώργο Σπηλιόπουλο και από Εκπρόσωπο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Τρικάλων.

Χθες το βράδυ, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων, που επέλεξε τα Τρίκαλα φέτος για να τιμήσει την μνήμη ολοκαυτώματος των Βλαχοχωρίων της Πίνδου από τους Ναζί, διοργάνωσε σχετική ημερίδα στο Δημαρχείο Τρικάλων.

H Εσπερίδα του Χορευτικού Ομίλου Αλμυρού για τις γυναικείες παραδοσιακές ενδυμασίες – Αποσπάσματα ομιλιών


Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε η 
Εσπερίδα που διοργάνωσε ο Χορευτικός Όμιλος Αλμυρού, σε συνεργασία με το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του 
Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου, με θέμα 
«Γυναικείες παραδοσιακές ενδυμασίες
της επαρχίας Αλμυρού», το απόγευμα 
του Σαββάτου 18 Οκτωβρίου 2014, 
στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου.

Η Εσπερίδα διοργανώθηκε στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την ίδρυση του Χορευτικού Ομίλου, και ήταν η 7η κατά σειρά, που υλοποιήθηκε για το σκοπό αυτό.

Τους παρευρισκόμενους καλωσόρισε και ευχαρίστησε για την παρουσία τους ο Πρόεδρος του Ομίλου, Κωνσταντίνος Γκουντάρας, εκφράζοντας τη χαρά και την ικανοποίησή του για την υλοποίηση της Εσπερίδας, την έναρξη της οποίας έκανε η Πρόεδρος της Συνεδρίας, Μαρία Χατζηιερεμία – Παπαβασιλείου.

Ακολούθησε η παρουσίαση των παραδοσιακών γυναικείων ενδυμασιών της περιοχής του Αλμυρού: Καππαδοκίας – από τον Ευθύμιο Ζιγγιρίδη, Βλάχικη – από τον Δημήτριο Τσούτσα, Ανατολικής Ρωμυλίας (Καβακλί) – από τη Γερακίνα Μηνούδη, Σαρακατσάνικη – από την Αγαθή Τιμπλαλέξη και Αλμυρού (Αντερί) – από τον Κωνσταντίνο Γκουντάρα.

Η παρουσίαση περιελάμβανε λεπτομερή περιγραφή της κάθε φορεσιάς, που ενίοτε επηρεαζόταν από την εδαφική μορφολογία του τόπου κατοικίας (βουνό, κάμπος κτλ.), καθώς και αναφορά σε βασικά στοιχεία για την προέλευση των φυλών, την ιστορία τους, τους τόπους καταγωγής και τον τρόπο ζωής τους, τα χωριά της περιοχής στα οποία εγκαταστάθηκαν ή κατοικούσαν ανέκαθεν, και άλλες ενδιαφέρουσες, κατατοπιστικές πληροφορίες.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, στην είσοδο του Πολιτιστικού Κέντρου λειτουργούσε έκθεση κεραμικής, τα έσοδα της οποίας θα διατεθούν στο «Σπίτι Γαλήνης» Αγίου Δημητρίου.

Η Εσπερίδα έκλεισε με συμπεράσματα και αποφωνήσεις, καθώς και με απονομή αναμνηστικών στους συμμετέχοντες.

Πέτρινα γεφύρια στη Βόρεια Ήπειρο - Σπύρος Ι. Μαντάς


Στο πλαίσιο του "Αρχείου Γεφυριών Ηπειρώτικων", μιας πολυετούς προσπάθειας καταγραφής και μελέτης όλων των γεφυριών της Ηπείρου -καλύτερα να πω της Πίνδου- προγραμμάτισα και πραγματοποίησα, τα τελευταία χρόνια, σειρά αποστολών και στη Βόρεια Ήπειρο (Αλβανία). Στόχος, να καταγραφούν και τα εκεί πέτρινα τοξωτά γεφύρια.

Περιοχή δύσκολη η Βόρεια Ήπειρος, με πολλές ιδιαιτερότητες, πάντα υποψίαζε για πλούσιο, ποσοτικά και ποιοτικά, υλικό. Τουλάχιστον αυτό έταζαν οι περιηγητές της τουρκοκρατίας, παλιοί -αρχών του 20ού αιώνα- στρατιωτικοί χάρτες, λίγα δημοσιεύματα, τελευταία, Αλβανών ερευνητών και αρχιτεκτόνων. Η πρόσβαση όμως εκεί, δυστυχώς, μέχρι πρόσφατα εξακολουθούσε να παραμένει απαγορευτική.

Να οριοθετηθεί όμως ο χώρος που έψαξα όλα αυτά τα χρόνια. Ως βόρειο σύνορο -εκεί είναι το ζήτημα- υιοθέτησα τον ρου του ποταμού Σκούμπη, του Γενούσου των αρχαίων. Τις όχθες του διέτρεξε κάποτε η Εγνατία οδός, την οποία χρησιμοποίησε ο Στράβων για να διακρίνει τα ηπειρωτικά έθνη από αυτά των Ιλλυριών. Η δική μου βέβαια επιλογή δεν θα μπορούσε να έχει κριτήρια εθνολογικά, έτσι κι αλλιώς ασθενή έως ανύπαρκτα την εποχή κατασκευής των γεφυριών. Ανέβηκα ως εκεί, γιατί ακριβώς εκεί σβήνει η Πίνδος, το ανάγλυφο της οποίας, ακόμη και σήμερα, μπορεί να γεννάει ανθρωπογεωγραφικές ενότητες με ατμόσφαιρα και νοοτροπίες παρόμοιες εκείνων που έδωσαν τα "δικά" μας γεφύρια.

Ταξίδεψα λοιπόν στο Πάνω Πωγώνι και στην περιοχή της Ζαγοριάς. Γύρισα χωριό-χωριό όλη τη Δρόπολη, αλλά και τον Βούρκο, ανάμεσα Δέλβινο και Άγιους Σαράντα. Με αφετηρία Αυλώνα, εισχώρησα βαθιά στο Κουρβελέσι, ανεβαίνοντας την κοιλάδα της Σουσίτσας. Από Τεπελένι, μέσω Κλεισούρας, βρέθηκα Πρεμετή, κι απ' εκεί στο Λεσκοβίκι. Προχώρησα τολμηρά στο Μπεράτι, μέχρι πέρα την Τσερεβόντα. Διέτρεξα τα μαστοροχώρια της Κολωνίας. Έφτασα Κορυτσά, για να επισκεφτώ τα χωριά του Μοράβα, αλλά και τη Μοσχόπολη και το Γκράμποβο. Τέλος, από Πόγραδετς, ακολουθώντας τα ίχνη της Εγνατίας, δίπλα στον Σκούμπη, κατέληξα στο Ελμπασάν. Όλα αυτά, με δεκαπέντε συνολικά ταξίδια-αποστολές, που τα 'χαν όλα: εκπλήξεις, κόπο, κινδύνους, ευτυχώς κι αποτελέσματα. [...]